Μετάβαση στο περιεχόμενο

permesos

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

permesos (eo)

  • μέλλοντας του ρήματος permesi