Μετάβαση στο περιεχόμενο

pescar

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

pescar < λατινική piscari

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pesˈkaɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: pescar

pescar (es)

  1. (μεταβατικό) ψαρεύω
      1977 - Pescar τύπος: Paso, Fernando del [Πάσο, Φερνάντο ντελ], Palinuro de México [Παλινούρο του Μεξικού], εκδ. Alfaguara, σελ. 496, 1977.
      (…) fue increíble esa mañana, ¿te acuerdas? en la que (…) yo pesqué un bagre con barbas y hocico obtuso que te hizo hacer muecas de asco (…).
    (…) ήταν απίστευνο εκείνο το πρωινό, το θυμάσαι; όπου (…) εγώ ψάρεψα έναν γουλιανό με μουστάκια και αμβλύ ρύγχος που σε έκανε να μορφάζεις με αηδία (…).
  2. (μεταβατικό) ανασύρω
    παράδειγμα  El buzo pescó una vieja espada del fondo del río.
    παράδειγμα  Ένας δύτης ανέσυρε ένα παλιό σπαθί από τον βυθό του ποταμού.
  3. (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) κολλάω
      2002 - Pescar τύπος: Rodríguez, Sergio-Jesús [Ροδρίγκεθ, Σέρχιο-Χεσούς], Aprilis [Απρίλιος], 2002.
      Aconseja a Sigmundo que vaya directo a casa o pescará una pulmonía.
    Συμβουλεύει τον Σίγκμουντ να πάει κατευθείαν στο σπίτι, αλλιώς θα κολλήσει πνευμονία.
     συνώνυμα: contagiarse, enfermarse
  4. (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) πιάνω
    παράδειγμα  Intentó pescar el balón de vóley sin éxito.
    παράδειγμα  Προσπάθησε να πιάσει την μπάλα του βόλεϊ χωρίς επιτυχία.
     συνώνυμα: coger, agarrar, asir
  5. (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) πιάνω στα πράσα, τσιμπάω
      1969 - Pescar τύπος: Vargas Llosa, Mario [Βάργκας Γιόσα, Μάριο], Conversación en la catedral [Συνομιλία στον Καθεδρικό Ναό], σελ. 79, εκδ. Seix Barral, 1969.
      No está yendo al cine, sino a bailar al “Sunset” con el forajido del Pepe Yáñezdijo Santiago—. La pesqué haciendo su plan por teléfono.
    —Δεν πάει στον κινηματογράφο, αλλά να χορέψει στο “Sunset” με τον ληστή Πέπε Γιάνεθ —είπε ο Σαντιάγο—. Την τσίμπησα να κανονίζει το σχέδιό της στο τηλέφωνο.
  6. (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) καταφέρνω με πονηριά
  7. (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) καταλαβαίνω
     συνώνυμα: entender, comprender, captar, percatarse
  8. (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) (Περού) φιλάω και χαϊδεύω ερωτικά ένα άτομο
  9. (μεταβατικό) (Γουατεμάλα) κλέβω
     συνώνυμα: robar, hurtar
  10. (αμετάβατο) (Κούβα) (νεανική αργκό) κοιμάμαι
     συνώνυμα: dormir, pernoctar
  11. (μεταβατικό) (Ονδούρα, Ουρουγουάη) βρίσκω κάποιον
     συνώνυμα: hallar, encontrar, dar con el paradero (de alguien)