pescar
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pesˈkaɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : pes‐car
Ρήμα
[επεξεργασία]pescar (es)
- (μεταβατικό) ψαρεύω
- ※ 1977 - Pescar τύπος: Paso, Fernando del [Πάσο, Φερνάντο ντελ], Palinuro de México [Παλινούρο του Μεξικού], εκδ. Alfaguara, σελ. 496, 1977.
- ※ (…) fue increíble esa mañana, ¿te acuerdas? en la que (…) yo pesqué un bagre con barbas y hocico obtuso que te hizo hacer muecas de asco (…).
- (…) ήταν απίστευνο εκείνο το πρωινό, το θυμάσαι; όπου (…) εγώ ψάρεψα έναν γουλιανό με μουστάκια και αμβλύ ρύγχος που σε έκανε να μορφάζεις με αηδία (…).
- (μεταβατικό) ανασύρω
- (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) κολλάω
- (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) πιάνω
- (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) πιάνω στα πράσα, τσιμπάω
- ※ 1969 - Pescar τύπος: Vargas Llosa, Mario [Βάργκας Γιόσα, Μάριο], Conversación en la catedral [Συνομιλία στον Καθεδρικό Ναό], σελ. 79, εκδ. Seix Barral, 1969.
- ※ —No está yendo al cine, sino a bailar al “Sunset” con el forajido del Pepe Yáñez —dijo Santiago—. La pesqué haciendo su plan por teléfono.
- —Δεν πάει στον κινηματογράφο, αλλά να χορέψει στο “Sunset” με τον ληστή Πέπε Γιάνεθ —είπε ο Σαντιάγο—. Την τσίμπησα να κανονίζει το σχέδιό της στο τηλέφωνο.
- (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) καταφέρνω με πονηριά
- (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) καταλαβαίνω
- (μεταβατικό) (καθομιλουμένη) (Περού) φιλάω και χαϊδεύω ερωτικά ένα άτομο
- (μεταβατικό) (Γουατεμάλα) κλέβω
- (αμετάβατο) (Κούβα) (νεανική αργκό) κοιμάμαι
- (μεταβατικό) (Ονδούρα, Ουρουγουάη) βρίσκω κάποιον
Κλίση
[επεξεργασία] Κλίση του pescar
| Απαρέμφατο (Infinitivo) |
pescar | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Γερούνδιο (gerundio) |
pescando | ||||||
| Μετοχή (participio) |
pescado | ||||||
| Πρόσωπο (Persona gramatical) |
Ενικός (Singular) |
Πληθυντικός (Plural) | |||||
| α΄ | β΄ | γ΄ | α΄ | β΄ | γ΄ | ||
| Οριστική (Indicativo) |
yo | tú | él, ella, ello, usted | nosotros, nosotras | vosotros, vosotras | ellos, ellas, ustedes | |
| Ενεστώτας (Presente) |
pesco | pescas | pesca | pescamos | pescáis | pescan | |
| Παρατατικός (Pretérito imperfecto simple) |
pescaba | pescabas | pescaba | pescábamos | pescabais | pescaban | |
| Αόριστος (Pretérito perfecto simple) |
pesqué | pescaste | pescó | pescamos | pescasteis | pescaron | |
| Μέλλοντας (Futuro simple) |
pescaré | pescarás | pescará | pescaremos | pescaréis | pescarán | |
| Δυνητική (Condicional) |
pescaría | pescarías | pescaría | pescaríamos | pescaríais | pescarían | |
| Υποτακτική (Subjuntivo) |
yo | tú | él, ella, ello, usted | nosotros, nosotras | vosotros, vosotras | ellos, ellas, ustedes | |
| Ενεστώτας (Presente) |
pesque | pesques | pesque | pesquemos | pesquéis | pesquen | |
| Παρατατικός (ra) (Pretérito imperfecto) |
pescara | pescaras | pescara | pescáramos | pescarais | pescaran | |
| Παρατατικός (se) (Pretérito imperfecto) |
pescase | pescases | pescase | pescásemos | pescaseis | pescasen | |
| Μέλλοντας (Futuro) |
pescare | pescares | pescare | pescáremos | pescareis | pescaren | |
| Προστακτική (Imperativo) |
— | tú | usted | nosotros, nosotras | vosotros, vosotras | ustedes | |
| Καταφατικά (Afirmativo) |
pesca | pesque | pesquemos | pescad | pesquen | ||
| Αρνητικά (Negativo) |
no pesques | no pesque | no pesquemos | no pesquéis | no pesquen | ||
- Οι ορθογραφικές αλλαγές επισημαίνονται με έντονα γράμματα.
- Για τους σύνθετους χρόνους, χρησιμοποιείται το haber + μετοχή.
Πηγές
[επεξεργασία]- pescar - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
- pescar - Damer (Diccionario de americanismos [Λεξικό αμερικανισμών] στα ισπανικά, για τα ισπανικά της Λατινικής Αμερικής), ASALE (Asociación de Academias de la Lengua Española [Ένωση Ακαδημιών της Ισπανικής Γλώσσας]), 1.ª edición [1η έκδοση], 2010