Μετάβαση στο περιεχόμενο

petos

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

petos (eo)

  • μέλλοντας του ρήματος peti