podwórko

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

podwórko (pl) ουδέτερο

  1. η αυλή
  2. το προαύλιο