Μετάβαση στο περιεχόμενο

poner

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

poner < (κληρονομημένο) λατινική ponere < πρωτοϊταλική *pozinō

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈneɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: poner

poner (es)

  1. (μεταβατικό) βάζω
      1605 - Poner (Anónimo [Ανώνυμος]), Segunda parte del Romancero general y Flor de diversa poesía recopilados por Miguel de Madrigal [Δεύτερο μέρος του Γενικού Ρομανθέρο και Ανθολόγιο ποικίλης ποίησης, συγκεντρωμένα από τον Μιγέλ δε Μαντριγάλ], 1605.
    De tus herbas de or tejerá un cordón,
    y con él al mundo lo pondrá en prisión.
    Απ' τις χρυσές σου κλωστές θα υφάνει ένα κορδόνι,
    και μ' αυτό, τον κόσμο θα ρίξει στη φυλακή.
  2. (μεταβατικό) γράφω
  3. (μεταβατικό) ποντάρω, στοιχηματίζω
  4. (μεταβατικό) ονομάζω, αποκαλώ
  5. (μεταβατικό) προσφέρω, συμβάλλω, προσφέρω
  6. (μεταβατικό) προσθέτω, ρίχνω
  7. (μεταβατικό) επιβάλλω, θεσπίζω
    παράδειγμα  —Tu deber como hermana mayor es poner orden en casa cuando tus padres no estén.
    —Καθήκον σου ως μεγαλύτερη αδελφή είναι να επιβάλεις τάξη στο σπίτι όταν οι γονείς λείπουν.
  8. (μεταβατικό) κάνω, προκαλώ
    παράδειγμα  La respuesta puso furiosa a la muchacha.
    Η απάντηση έκανε το κορίτσι έξαλλο.

Ανώματλη κλίση