pracodawca

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pracodawca < praca + dawca

Προφορά[επεξεργασία]

pracodawca 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pracodawca (pl) αρσενικό

  1. εργοδότης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]