Μετάβαση στο περιεχόμενο

protester

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
protester protesters

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
protester < protest + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

protester (en)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

protester (fr)