puso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιλοκάνο (ilo) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

puso

Φιλιππινέζικα (tl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

puso (tl)