sel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

sel 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sel (fr) αρσενικό

  1. το αλάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Σύντμηση[επεξεργασία]

sel

  1. se + le