Μετάβαση στο περιεχόμενο

skei

Από Βικιλεξικό

Νεονορβηγικά (nn)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό o κωδικός γλώσσας δεν υπάρχει για τα μέρη λόγου

[επεξεργασία]

skei (nn)