Μετάβαση στο περιεχόμενο

stridi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stridi < strid- + -i
ρήμα stridi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας stridas stridanta stridata
αόριστος stridis stridinta stridita
μέλλοντας stridos stridonta stridota
υποθετική stridus - -
προστακτική stridu - -

stridi (eo)