Μετάβαση στο περιεχόμενο

stumpigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stumpigi < stump- + -ig- + -i
ρήμα stumpigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας stumpigas stumpiganta stumpigata
αόριστος stumpigis stumpiginta stumpigita
μέλλοντας stumpigos stumpigonta stumpigota
υποθετική stumpigus - -
προστακτική stumpigu - -

stumpigi (eo)