Μετάβαση στο περιεχόμενο

tantum

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

tantum (la)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
  • plurale tantum (πληθυντικός: pluralia tantum, πληθυντικά μόνον, πληθυντικόκλιτα μονον)
  • singulare tantum (πληθυντικός: singularia tantum, ενικά μόνον, ενικόκλιτα μόνον)