tantum
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]tantum (la)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- plurale tantum (πληθυντικός: pluralia tantum, πληθυντικά μόνον, πληθυντικόκλιτα μονον)
- singulare tantum (πληθυντικός: singularia tantum, ενικά μόνον, ενικόκλιτα μόνον)
Πηγές
[επεξεργασία]- tantum - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- tantum - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.