Μετάβαση στο περιεχόμενο

tegu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

tegu (eo)

  • προστακτική του ρήματος tegi