tehlikeli

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tehlikeli < tehlike (κίνδυνος) + -li

Επίθετο

[επεξεργασία]

tehlikeli (tr)