Μετάβαση στο περιεχόμενο

trinkigos

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

trinkigos (eo)

  • μέλλοντας του ρήματος trinkigi