unverschämt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

unverschämt (de)

  1. αδιάντροπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Scham