Μετάβαση στο περιεχόμενο

ventilateur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ventilateur < (άμεσο δάνειο) αγγλική ventilator < λατινική ventilator
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: βεντιλατέρ / βαντιλατέρ, εξαεριστήρας, ανεμιστήρας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɑ̃.ti.la.tœʁ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ventilateur (fr) αρσενικό