ventilateur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ventilateur < (άμεσο δάνειο) αγγλική ventilator < λατινική ventilator
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: βεντιλατέρ / βαντιλατέρ, εξαεριστήρας, ανεμιστήρας
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vɑ̃.ti.la.tœʁ/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ventilateur (fr) αρσενικό
- (τεχνολογία) ο αεριστήρας, ο εξαεριστήρας, το βεντιλατέρ
- (τεχνολογία) ο ανεμιστήρας
Πηγές
[επεξεργασία]- ventilateur - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- ventilateur - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα αγγλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Τεχνολογία (γαλλικά)