Μετάβαση στο περιεχόμενο

voku

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

voku (eo)

  • προστακτική του ρήματος voki