volontariamente

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

volontariamente (it)

  1. οικειοθελώς