wecken

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

wecken 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

wecken (de)

  • ξυπνώ (κάποιον)
    kannst du mich morgen um acht Uhr wecken? - μπορείς να με ξυπνήσεις αύριο στις οχτώ (η ώρα);

Δείτε επίσης[επεξεργασία]