weil
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vaɪ̯l/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : weil
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]weil (de)
- διότι, επειδή
Ich habe dir deshalb keine Nachricht geschickt, weil ich mein Handy verloren habe.
Δεν σου έστειλα μήνυμα επειδή έχασα το κινητό μου.
- γιατί
Das kann ich dir nicht sagen, weil ich es selbst nicht weiß.
Δεν μπορώ να σου πω, γιατί ούτε εγώ το ξέρω.
Warum trägt Tante Andrea immer diesen großen Hut? – Weil sie darunter eine häßliche Narbe hat.
Γιατί η θεία Αντρέα φοράει πάντα αυτό το μεγάλο καπέλο; – Γιατί έχει μια άσχημη ουλή από κάτω.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]weil (de)
- β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής του weilen