Μετάβαση στο περιεχόμενο

weil

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vaɪ̯l/
ⓘ 
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : weil

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

weil (de)

  1. διότι, επειδή
    παράδειγμα Ich habe dir deshalb keine Nachricht geschickt, weil ich mein Handy verloren habe.
         Δεν σου έστειλα μήνυμα επειδή έχασα το κινητό μου.
  2. γιατί
    παράδειγμα Das kann ich dir nicht sagen, weil ich es selbst nicht weiß.
         Δεν μπορώ να σου πω, γιατί ούτε εγώ το ξέρω.
    παράδειγμα Warum trägt Tante Andrea immer diesen großen Hut? – Weil sie darunter eine häßliche Narbe hat.
         Γιατί η θεία Αντρέα φοράει πάντα αυτό το μεγάλο καπέλο; – Γιατί έχει μια άσχημη ουλή από κάτω.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

weil (de)