wyrocznia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

wyrocznia < wyrok

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wyrocznia (pl) θηλυκό

  1. το μαντείο