αλληθωρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλληθωρίζω < αλλήθωρος + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

αλληθωρίζω

  1. τα μάτια μου κοιτούν προς ελαφρά διαφορετικές κατευθύνσεις επειδή πάσχω από στραβισμό
  2. (μεταφορικά) δείχνω ενδιαφέρον και για κάτι που δεν είναι απολύτως αποδεκτό ή που ξεφεύγει από τις συνήθειές μου


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]