αλληθωρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αλληθωρίζω < αλλήθωρος + -ίζω
Ρήμα
αλληθωρίζω
- τα μάτια μου κοιτούν προς ελαφρά διαφορετικές κατευθύνσεις επειδή πάσχω από στραβισμό
- (μεταφορικά) δείχνω ενδιαφέρον και για κάτι που δεν είναι απολύτως αποδεκτό ή που ξεφεύγει από τις συνήθειές μου
Συγγενικές λέξεις
- → βλέπε λέξη: αλλήθωρος