αντηχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντηχώ < αρχαία ελληνική ἀντηχέω - ἀντηχῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

αντηχώ

  1. (για χώρο) γεμίζω από κάποιον ήχο
    η πόλη αντηχούσε από τα τραγούδια και τις φωνές του καρναβαλιού
  2. (για ήχο) ακούγομαι σε μια μεγάλη έκταση
    τα γέλια και τα τραγούδια αντηχούσαν σε όλη την πόλη
  3. (για αντικείμενο) παράγω έναν δυνατό ήχο που ακούγεται σε μια μεγάλη έκταση
    έγινε άσκηση συναγερμού και οι σειρήνες αντηχούσαν σε όλη την πόλη

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]