απολυμαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απολυμαίνω < αρχαία ελληνική ἀπολυμαίνομαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

απολυμαίνω

  • καθαρίζω ένα χώρο ή ένα αντικείμενο ή το σώμα ή περιοχή του σώματος, ώστε να εξαλειφθούν οι νοσογόνοι μικροοργανισμοί
ο γιατρός απολύμανε' το τραύμα με ιώδιο
το συνεργείο του δήμου απολύμανε τις δημοτικές τουαλέτες
η μητέρα έβρασε το μπουκάλι του μωρού, για να το απολυμάνει, πριν του δώσει το γάλα του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]