καθαρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καθαρίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
καθαρίζω
- κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια
- βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν
- βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες, κλπ από διάφορα φαγητά
- ...