βρόμικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική βρόμικος βρόμικη βρόμικο
γενική βρόμικου βρόμικης βρόμικου
αιτιατική βρόμικο βρόμικη βρόμικο
κλητική βρόμικε βρόμικη βρόμικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βρόμικοι βρόμικες βρόμικα
γενική βρόμικων βρόμικων βρόμικων
αιτιατική βρόμικους βρόμικες βρόμικα
κλητική βρόμικοι βρόμικες βρόμικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βρόμικος < βρόμα + -ικος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvɾɔ.mi.kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

βρόμικος

  1. που δεν είναι καθαρός
    πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου, είναι βρόμικα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακάθαρτος, βρωμερός, κηλιδωμένος, λεκιασμένος, λερός, λερωμένος, μουντζουρωμένος, ρυπαρός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αβρόμιστος, αλέρωτος, καθαρός,
  2. (μεταφορικά) που έχει σχέση με ανέντιμες ασχολίες
    το βρόμικο χρήμα
    μην ακούς τι λέει, διαδίδει βρόμικες συκοφαντίες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αισχρός, ανέντιμος, ανήθικος, επιλήψιμος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: τίμιος

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Λιγότερο συχνά συναντιέται και η γραφή βρώμικος.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]