το
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el)
Άρθρο
το αρσενικό και ουδέτερο
- αρσενικό οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού (βλέπε τον)
- Έχε το νου σου!
- ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ενικού
- Το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
- ουδέτερο οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού
- Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.
- Δεν έχει το γνώθι σαυτόν.
κλίσεις των άρθρων
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική ενικού | ο | η | το |
| γενική ενικού | του | της | του |
| αιτιατική ενικού | το(ν) | τη(ν) | το |
| ονομαστική πληθυντικού | οι | οι | τα |
| γενική πληθυντικού | των | των | των |
| αιτιατική πληθυντικού | τους | τις | τα |