σε
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σε < αρχαία ελληνική εἰς
[
]
Πρόθεση
σε
- (με αιτιατική) δηλώνει:
- τόπο (στάση ή κατεύθυνση)
- είμαι στην Αθήνα
- πάω στην Αθήνα
- (επίσης με γενική)
- είμαι, πάω στου Γιώργου (στο σπίτι του Γιώργου)
- χρονικό διάστημα
- επιστρέφω σε δύο μέρες
- τρόπο
- βγήκε έξω στα κρυφά
- δεν λιποθύμησε πραγματικά, το έκανε στα ψέματα
- ποσότητα ή αριθμό κατά προσέγγιση
- το εμπόρευμα είναι (γύρω) στα είκοσι κιλά
- αποτέλεσμα
- το χαρτί σκίστηκε σε δύο κομμάτια
- αναφορά
- είμαι πολύ κακός σε αυτό το μάθημα
- το έμμεσο αντικείμενο πολλών ρημάτων
- το βραβείο απονεμήθηκε σε έναν νέο ποιητή
[
]
Σημειώσεις
- Πολύ συχνά συντίθεται με το οριστικό άρθρο και σχηματίζονται οι τύποι στον, στην, στο, στου, στης, στους, στις, στα, στων
[
]
Κλιτή μορφή αντωνυμίας
σε
- αιτιατική του εσύ