ενικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ενικός | ενικοί |
| γενική | ενικού | ενικών |
| αιτιατική | ενικό | ενικούς |
| κλητική | ενικέ | ενικοί |
Ετυμολογία [
]
- ενικός < ένας
Προφορά[
]
Ουσιαστικό [
]
ενικός αρσενικό
- (γραμματική) οι μορφές ενός κλιτού μέρους του λόγου που αναφέρονται σε ένα. Επίσης υπάρχει και ο πληθυντικός αριθμός, όπως υπήρχε και ο δυϊκός.