ένα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ένα < αρχαία ελληνική ἕν
Προφορά
Αριθμητικό
ένα ουδέτερο
- απόλυτο αριθμητικό (1), ο αριθμός ανάμεσα στο μηδέν (0) και το δύο (2)
- Ο Γιάννης και η Μαρία έχουν ένα παιδί.
- αόριστο άρθρο
- αόριστη αντωνυμία
Μεταφράσεις
ένα