βουλγαρικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Από το επίθετο βουλγαρικός, στον πληθυντικό του ουδέτερου.
Ουσιαστικό
βουλγαρικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό και βουλγάρικα
- Η βουλγαρική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στη Βουλγαρία.
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
Ετυμολογία
βουλγαρικά < βουλγαρικός
Επίρρημα
βουλγαρικά
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
βουλγαρικά
- βουλγαρικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού