γλώσσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλώσσα | γλώσσες |
| Γενική | γλώσσας | γλωσσών |
| Αιτιατική | γλώσσα | γλώσσες |
| Κλητική | γλώσσα | γλώσσες |
Ετυμολογία
- γλώσσα< αρχαία ελληνική γλῶσσα
Προφορά
Ουσιαστικό
το ψάρι γλώσσα
γλώσσα θηλυκό
- ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, που αποτελεί το αισθητήριο όργανο της γεύσης. Χρησιμοποιείται, επίσης, στο μάσημα και την κατάποση της τροφής, αλλά και στην ανθρώπινη ομιλία, κατά την άρθρωση των φθόγγων
- (μεταφορικά) μέρος διάφορων αντικειμένων, που μοιάζει (στο σχήμα) με τη γλώσσα, το γλωσσίδι
- το σύστημα σημείων, συμβόλων, κινήσεων και ήχων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία
- ο κώδικας επικοινωνίας που αποτελείται από γράμματα, λεξήματα και γραμματικούς κανόνες και είναι το κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων μιας συγκεγκριμένης εθνότητας ή ομάδας. Αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους
- γένος ψαριού, της οικογένειας των πλευρονηκτιδών, με πεπλατυσμένο σώμα, που ζει στον αμμώδη πυθμένα της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας. Κυριότερο είδος της είναι η γλώσσα η κοινή, που αλιεύεται για το εύγευστο κρέας της
Εκφράσεις
- βγάζω γλώσσα
- βγάζω τη γλώσσα μου
- δαγκώνω τη γλώσσα μου
- δε βγάζει γλώσσα μέσα του
- δεν μπορεί να κρατήσει τη γλώσσα του
- έγινε η γλώσσα μου παπούτσι, έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι
- έχω μακριά γλώσσα, έχω μια γλώσσα!
- η γλώσσα του βγάζει μέλι
- η γλώσσα των αγγέλων
- κακοποιώ τη γλώσσα
- κατάπια τη γλώσσα μου
- λύθηκε η γλώσσα του
- μάλλιασε η γλώσσα μου
- μου βγαίνει η γλώσσα
- ροδάνι πάει η γλώσσα του
- το έχω στην άκρη της γλώσσας μου
Παροιμίες
- η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει
Δείτε επίσης
- γλώσσα στη Βικιπαίδεια
Παράγωγες λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
αισθητήριο όργανο
κώδικας επικοινωνίας
ψάρι
|