αιτιατική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιτιατική αιτιατικές
γενική αιτιατικής αιτιατικών
αιτιατική αιτιατική αιτιατικές
κλητική αιτιατική αιτιατικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιτιατική < ελληνιστική κοινή αἰτιατική < αιτιατός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αιτιατική θηλυκό

  1. (γραμματική) η τέταρτη πτώση στην αρχαία ελληνική και καθαρεύουσα και η τρίτη στη δημοτική, στην οποία τίθεται οποιοδήποτε πτωτικό μέρος του λόγου, στον ενικό και πληθυντικό αριθμό.


32πχ Μεταφράσεις[]