κλητική
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κλητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου "κλητικός"
[
]
Ουσιαστικό
κλητική θηλυκό
- (γραμματική) η πτώση που χρησιμοποιείται όταν ο λόγος απευθύνεται προς το πρόσωπο ή πράγμα στο οποίο αναφέρεται η κλινόμενη λέξη
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
κλητική
- θηλυκό του κλητικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού