γενική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γενική γενικές
γενική γενικής γενικών
αιτιατική γενική γενικές
κλητική γενική γενικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γενική < γενικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γενική θηλυκό

  1. (γραμματική) η δεύτερη πτώση στην οποία τίθεται οποιοδήποτε πτωτικό μέρος του λόγου, στον ενικό και πληθυντικό αριθμό.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

γενική

  1. συγκεντρωτική, αόριστη, ασαφής
  2. αναφερόμενη σε υπηρεσία έχει την έννοια της προϊσταμένης ή περιφερειακής αρχής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Ομώνυμα[]