δοτική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοτική δοτικές
γενική δοτικής δοτικών
αιτιατική δοτική δοτικές
κλητική δοτική δοτικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δοτική < αρχαία ελληνική δοτική , ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου δοτικός < δίδωμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðɔ.ˈti.ki/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δοτική θηλυκό

  1. (γραμματική) η τρίτη πτώση, αρχαίας ελληνικής και καθαρεύουσας, στην οποία τίθεται οποιοδήποτε πτωτικό μέρος του λόγου. Δηλώνει συνήθως το έμμεσο αντικείμενο, το πρόσωπο που δέχεται την ενέργεια του ρήματος κατά την έννοια δια, ή συν ή μέσω του / της / του
    Στις φράσεις «δόξα τω Θεώ», «τοις μετρητοίς» κ.ά έχουμε επιβίωση στα νέα ελληνικά μιας αρχαίας δοτικής

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  1. Με την αρχαία ελληνική δοτική ταυτίστηκαν οι αρχαιότερες πτώσεις της τοπικής και της οργανικής
  2. Στα νέα ελληνικά η δοτική έχει δώσει τη θέση της σε εμπρόθετα με τις προθέσεις σε και με, πλην όμως συνεχίζεται να χρησιμοποιείται και στη δημοτική σε πάγιες εκφράσεις

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

δοτική θηλυκό



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δοτική δοτικά δοτικαί
Γενική δοτικῆς δοτικαῖν δοτικῶν
Δοτική δοτικ δοτικαῖν δοτικαῖς
Αιτιατική δοτικήν δοτικά δοτικάς
Κλητική δοτική δοτικά δοτικαί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δοτική θηλυκό

  • η δοτική πτώση

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

δοτική θηλυκό