πορτογαλικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
πορτογαλικά < πορτογαλικός
Ουσιαστικό
πορτογαλικά ουδέτερο πληθυντικός
- Η πορτογαλική γλώσσα.
Μεταφράσεις
Επίρρημα
πορτογαλικά
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
πορτογαλικά
- πορτογαλικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού