σουηδικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Από το επίθετο σουηδικός, στον πληθυντικό του ουδέτερου.
Ουσιαστικό
σουηδικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- Η σουηδική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στη Σουηδία.
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
Ετυμολογία
σουηδικά < σουηδικός
Επίρρημα
σουηδικά
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
σουηδικά
- σουηδικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού

