αντικείμενο

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αντικείμενο αντικείμενα
Γενική αντικειμένου αντικειμένων
Αιτιατική αντικείμενο αντικείμενα
Κλητική αντικείμενο αντικείμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /an.di.ˈki.mɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αντικείμενο ουδέτερο

  1. κάθε τι που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, κάθε τι που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
  2. κάθε μέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος
  3. (Ορολογία) κάθε τι που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας ή να συλλάβουμε με το νου μας
Παραδείγματα: το σπίτι μας, το μολύβι μας, ο Χ φίλος μας, η Ελλάδα, ο πολικός αστέρας, ο μαγνητικός βορράς, η ταχύτητα του φωτός, το χτεσινό μας όνειρο, το αυριανό πάρτι, ο ενθουσιασμός μας για συγκεκριμένο γεγονός, ο πόνος που νοιώσαμε κάποια στιγμή σήμερα το πρωί

Σημειώσεις

  1. στην Ορολογία, δηλαδή, αντικείμενο είναι κάθε πράγμα, γεγονός ή φαινόμενο του εξωτερικού ή του εσωτερικού κόσμου που βρίσκεται απέναντι (ἀντί - κεῖται) στο νου μας - είτε μέσω των αισθήσεων είτε χωρίς τη μεσολάβησή τους - οποιαδήποτε στιγμή
  2. τα αντικείμενα διαθέτουν/εμφανίζουν ιδιότητες, οι νοητικές αφαιρέσεις των οποίων είναι τα χαρακτηριστικά τα οποία ο νους αποδίδει, ατομικά ή ομαδικά, στα αντικείμενα και βάσει των οποίων ο νους σχηματίζει τις αντίστοιχες έννοιες (ατομικές ή γενικές)


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες