αντικείμενο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αντικείμενο | αντικείμενα |
| γενική | αντικειμένου | αντικειμένων |
| αιτιατική | αντικείμενο | αντικείμενα |
| κλητική | αντικείμενο | αντικείμενα |
[
]
Ετυμολογία
- αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /an.di.ˈci.mɛ.nɔ/
[
]
Ουσιαστικό
αντικείμενο ουδέτερο
- κάθε τι που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, κάθε τι που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
- (γραμματική) μέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος
- στη φράση "έδωσα το γάλα στη μαμά μου" το "γάλα" είναι άμεσο και η "μαμά" είναι έμμεσο αντικείμενο της πρότασης
- (φυσική) το σημείο ή τα σημεία από τα οποία προέρχεται το φως ειδώλου
- (φιλοσοφία) κάθε πράγμα που υπάρχει ανεξάρτητα από τη θέλησή μας και το αντιλαμβανόμαστε σαν μία έννοια
- (πληροφορική) η εκδοχή μιας συγκεκριμένης κλάσης
- (Ορολογία) κάθε τι που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας ή να συλλάβουμε με το νου μας
- Παραδείγματα: το σπίτι μας, το μολύβι μας, ο Χ φίλος μας, η Ελλάδα, ο πολικός αστέρας, ο μαγνητικός βορράς, η ταχύτητα του φωτός, το χτεσινό μας όνειρο, το αυριανό πάρτι, ο ενθουσιασμός μας για συγκεκριμένο γεγονός, ο πόνος που νοιώσαμε κάποια στιγμή σήμερα το πρωί
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Σημειώσεις
- στην Ορολογία, δηλαδή, αντικείμενο είναι κάθε πράγμα, γεγονός ή φαινόμενο του εξωτερικού ή του εσωτερικού κόσμου που βρίσκεται απέναντι (ἀντί - κεῖται) στο νου μας - είτε μέσω των αισθήσεων είτε χωρίς τη μεσολάβησή τους - οποιαδήποτε στιγμή
- τα αντικείμενα διαθέτουν/εμφανίζουν ιδιότητες, οι νοητικές αφαιρέσεις των οποίων είναι τα χαρακτηριστικά τα οποία ο νους αποδίδει, ατομικά ή ομαδικά, στα αντικείμενα και βάσει των οποίων ο νους σχηματίζει τις αντίστοιχες έννοιες (ατομικές ή γενικές)
[
]
Μεταφράσεις
πράγμα που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: