νους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νους < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νους -
γενική νου -
αιτιατική νου -
κλητική νου -

νους αρσενικό

  1. οι πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου που τον βοηθούν να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να επεξεργάζεται τα δεδομένα της
  2. η λογική σκέψη, η διάνοια
  3. (συνεκδοχικά) ο άνθρωπος που διαθέτει ανεπτυγμένες διανοητικές ικανότητες
    ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας σημαντικός νους της αρχαιότητας
    • ιθύνων νους: ο άνθρωπος που συλλαμβάνει, σχεδιάζει και κατευθύνει μια διαδικασία
      συνελήφθη ο ιθύνων νους της ληστείας

[] Εκφράσεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες