νους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νους (νόες)
γενική νου -
αιτιατική νου (νόες)
κλητική νου (νόες)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νους < αρχαία ελληνική νοῦς, αττική συνηρημένη μορφή του ουσιαστικού νόος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νους αρσενικό

  1. οι πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου που τον βοηθούν να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να επεξεργάζεται τα δεδομένα της
  2. η λογική σκέψη, η διάνοια
  3. (συνεκδοχικά) ο άνθρωπος που διαθέτει ανεπτυγμένες διανοητικές ικανότητες
    ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας σημαντικός νους της αρχαιότητας
    • ιθύνων νους: ο άνθρωπος που συλλαμβάνει, σχεδιάζει και κατευθύνει μια διαδικασία
      συνελήφθη ο ιθύνων νους της ληστείας

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]