νους

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νους < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ουσιαστικό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νους -
γενική νου -
αιτιατική νου -
κλητική νου -

νους αρσενικό

  • οι πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου που τον βοηθούν να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να επεξεργάζεται τα δεδομένα της
  • η λογική σκέψη, η διάνοια
  • ο άνθρωπος που διαθέτει ανεπτυγμένες διανοητικές ικανότητες
ο Αριστοτέλης υπήρξε ένας σημαντικός νους της αρχαιότητας
  • ιθύνων νους: ο άνθρωπος που συλλαμβάνει, σχεδιάζει και κατευθύνει μια διαδικασία
συνελήφθη ο ιθύνων νους της ληστείας
  • νους υγιής εν σώματι υγιεί (< νοῦς ὑγιής ἐν σώματι ὑγιεῖ): η πνευματική και σωματική υγεία του ανθρώπου είναι αλληλένδετες

Εκφράσεις

  • έχε το νου σου! πρόσεχε κάτι, μην ξεχνάς να παρατηρείς κάτι


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες