αντιλαμβάνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αντιλαμβάνομαι < αντί+λαμβάνομαι
Ρήμα [
]
αντιλαμβάνομαι
- καταλαβαίνω κάτι χάρη στις αισθήσεις μου
- καταλαβαίνω κάτι μέσω της σκέψης