συνάρτηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συνάρτηση < συναρτώ
[
]
Ουσιαστικό
συνάρτηση θηλυκό
- η αντιστοίχιση και η συσχέτιση ενός στοιχείου με κάποιο ή κάποια άλλα
- Ο μισθός είνα συνάρτηση της προϋπηρεσίας
- Οι επιδόσεις στο σχολείο είναι συνάρτηση της μελέτης, αλλά και της ψυχικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ένα παιδί
- (μαθ.) πραγματική συνάρτηση με μια πραγματική μεταβλητή ονομάζεται μια διαδικασία κατά την οποία κάθε στοιχείο ενός αρχικού συνόλου Α το αντιστοιχούμε σε ένα και μόνο ένα στοιχείο του συνόλου Β.
- Η ταχύτητα ενός σώματος που εκτελεί ευθύγραμμη ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση είναι συνάρτηση του χρόνου.