συνάρτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συνάρτηση < συναρτώ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συνάρτηση θηλυκό

  • η αντιστοίχιση και η συσχέτιση ενός στοιχείου με κάποιο ή κάποια άλλα
Ο μισθός είνα συνάρτηση της προϋπηρεσίας
Οι επιδόσεις στο σχολείο είναι συνάρτηση της μελέτης, αλλά και της ψυχικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ένα παιδί
  • (μαθ.) πραγματική συνάρτηση με μια πραγματική μεταβλητή ονομάζεται μια διαδικασία κατά την οποία κάθε στοιχείο ενός αρχικού συνόλου Α το αντιστοιχούμε σε ένα και μόνο ένα στοιχείο του συνόλου Β.
Η ταχύτητα ενός σώματος που εκτελεί ευθύγραμμη ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση είναι συνάρτηση του χρόνου.


[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες