τύπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τύπος < αρχαία ελληνική τύπος
Προφορά
Ουσιαστικό
τύπος αρσενικό
- οι εφημερίδες και τα περιοδικά ως σύνολο
- δημοσιεύτηκε στον τύπο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης
- το είδος, η κατηγορία
- ο μεσογειακός τύπος ανθρώπου
- ένα άτομο που θεωρείται ότι ανήκει σε μια κατηγορία
- ο Γιώργος είναι ο τύπος του ευγενικού και κοινωνικού ατόμου
- (+ γενική προσώπου) το είδος του ανθρώπου που ταιριάζει με κάποιον
- δεν είσαι ο τύπος μου, λυπάμαι
- (οικείο) ένας άντρας
- βγαίνει από το σπίτι ένας τύπος, πολύ περίεργος
- (και στον πληθυντικό) ένα σύνολο κανόνων που τηρούνται κατά γράμμα, σε αντίθεση με την ουσία
- αυτός ο άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για τον τύπο και όχι για την ουσία
- μπορεί να έχουμε συμφωνήσει όλοι για την πολιτική μας, αλλά, για να τηρήσουμε τους τύπους, πρέπει να κάνουμε και μια ψηφοφορία
- (θετικές επιστήμες) γραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης
- (γραμματική) κλιτή μορφή μιας λέξης
- η γενική του ουσιαστικού "πόλη" εμφανίζει δύο τύπους: "πόλης" και "πόλεως"
- το σημάδι, στην έκφραση επί τον τύπον των ήλων
Εκφράσεις
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
οι εφημερίδες και τα περιοδικά
είδος, κατηγορία
ένας άντρας