περιοδικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιοδικό περιοδικά
γενική περιοδικού περιοδικών
αιτιατική περιοδικό περιοδικά
κλητική περιοδικό περιοδικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περιοδικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου περιοδικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περιοδικό ουδέτερο

  1. έντυπο που κυκλοφορεί με προκαθορισμένη συχνότητα συνήθως μεγαλύτερη της ημέρας (εβδομαδιαία, κάθε δύο εβδομάδες, μηνιαία, ετήσια κλπ)

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

περιοδικό