περιοδικό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | περιοδικό | περιοδικά |
| γενική | περιοδικού | περιοδικών |
| αιτιατική | περιοδικό | περιοδικά |
| κλητική | περιοδικό | περιοδικά |
Ετυμολογία [
]
- περιοδικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου περιοδικός
Ουσιαστικό [
]
περιοδικό ουδέτερο
- έντυπο που κυκλοφορεί με προκαθορισμένη συχνότητα συνήθως μεγαλύτερη της ημέρας (εβδομαδιαία, κάθε δύο εβδομάδες, μηνιαία, ετήσια κλπ)
Μεταφράσεις [
]
περιοδικό
|
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
περιοδικό
- περιοδικός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του περιοδικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού