εφημερίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εφημερίδα | εφημερίδες |
| γενική | εφημερίδας | εφημερίδων |
| αιτιατική | εφημερίδα | εφημερίδες |
| κλητική | εφημερίδα | εφημερίδες |
[
]
Ετυμολογία
- εφημερίδα < εφήμερος.
- Στην αρχή, η λέξη σήμαινε ημερολόγιο ή (στρατιωτικό) αρχείο κι, έτσι, τη χρησιμοποιούσαν ο Πλούταρχος, ο Αρριανός κ.ά. Το 18ο αιώνα επανήλθε, αντικαθιστώντας το gazzetta (it)
[
]
Ουσιαστικό
εφημερίδα θηλυκό
- μια περιοδική, συνήθως ημερήσια, έντυπη έκδοση που περιέχει τρέχοντα γεγονότα, διάφορα σχόλια, ποικίλες πληροφορίες, ανταποκρίσεις, διαφημίσεις και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με την επικαιρότητα. Η εκτύπωσή της γίνεται συνήθως σε χαρτί χαμηλού κόστους και ανάλογα με την ώρα έκδοσής της μπορεί να χαρακτηρίζεται πρωινή, μεσημβρινή ή απογευματινή
[
] Εκφράσεις
- αστρονομικές εφημερίδες: ετήσιοι πίνακες που εκδίδονται από την υδρογραφική υπηρεσία ή το αστροσκοπείο περιλαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επίλυση προβλημάτων αστρονομικής ναυτιλίας
- Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: η επίσημη εφημερίδα του Ελληνικού κράτους, στην οποία δημοσιεύονται υποχρεωτικά το νομοθετικό έργο της Βουλής και οι δημόσιες διοικητικές πράξεις με ειδήσεις και πληροφορίες
- ηλεκτρονική εφημερίδα: η έκδοση και διάδοση των ειδήσεων και πληροφοφιών που περιέχει μια έντυπη εφημερίδα με ηλεκτρονικό τρόπο (διαδίκτυο)
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
- εφημερίδα στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
εφημερίδα