αρμενικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αρμενικά < από το επίθετο αρμενικός, στον πληθυντικό του ουδέτερου.
[
]
Ουσιαστικό
αρμενικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό και αρμένικα
- Η αρμενική ή αρμένικη γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Αρμενία.
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
αρμενικά
- αρμενικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού