form
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
form
(en)
μορφή
φόρμα
,
σχήμα
φόρμα
,
έντυπο
με κενά προς συμπλήρωση
το
τυπικό
που ακολουθείται, πχ σε μια ιεροτελεστία
ο
τύπος
σε αντίθεση με την ουσία
Ρήμα
[
]
form
(en)
σχηματίζω
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Ρήματα (αγγλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
العربية
Česky
Cymraeg
Deutsch
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Hrvatski
Magyar
Ido
Italiano
日本語
Lojban
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Latina
Limburgs
ລາວ
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Norsk bokmål
Polski
Português
Русский
Simple English
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Tagalog
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
中文