φόρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρμα φόρμες
γενική φόρμας φορμών
αιτιατική φόρμα φόρμες
κλητική φόρμα φόρμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φόρμα < λατινική forma < αρχαία ελληνική μορφή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φόρμα θηλυκό

  1. καλούπι που δίνει μορφή σε άλλα αντικείμενα όταν αυτά είναι από από εύπλαστο υλικό ή γίνονται εύπλαστα κάτω από ειδικές συνθήκες
    φόρμα για γλυκά
  2. (μεταφορικά) το αποτέλεσμα του φορμαρίσματος
    Το παλτό/τα μαλλιά μου έχασαν τη φόρμα τους
  3. (μεταφορικά) η μορφή ή τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάφορων καλλιττεχνικών έργων
    η φόρμα σονάτας, οι φόρμες των ιμπρεσιονιστών, οι νέες φόρμες στην μουσική κ.λπ.
  4. ρούχα για σκληρές, χειρωνακτικές ή γενικά κοπιαστικές δουλειές από τις οποίες μπορεί κάποιος να λερωθεί ή και το ρούχο του να φθαρεί/σκιστεί -συχνά ολόσωμα
    η φόρμα του εργάτη, η αθλητική φόρμα, η φόρμα του μωρού, φόρμα αδυνατίσματος (συνήθως για να ιδρώνει κάποιος και να χάνει βάρος)
  5. (μεταφορικά)η φυσική κατάσταση,
    δεν είμαι στις φόρμες μου σήμερα, είμαι σε καλή φόρμα, σε κακή φόρμα < πιθανά ετυμολογείται από πιο νέες εκφράσεις, όπως γαλλικά en forme και αγγλικά in form
  6. έτοιμη αίτηση ή έγγραφο με στερεότυπες εκφράσεις το οποίο πρέπει να συμπληρώνει ένας ενδιαφερόμενος με τα στοιχεία του
    Συμπληρώστε παρακαλώ τη φόρμα

Εκφράσεις[]

  • είμαι σε φόρμα : είμαι σε καλή φόρμα, σε καλή κατάσταση (χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί το επίθετο καλή)

32πχ Μεταφράσεις[]